Απαντήσεις διαγωνισμού “Παγκόσμιας ημέρας ελληνικής γλώσσας 2019”

ΛΕΞΕΙΣ ΤΑΞΙΔΕΥΤΡΕΣ

Πώς ταξίδεψε καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις μέχρι τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα;

  • Αμπούλα: αρχαία ελληνικά (αμφορέας) ,λατινικά(ampulla=μικρή φιάλη, μπουκαλάκι),γαλλικά(ampoule= φιαλίδιο με φαρμακευτικό, καλλυντικό κ.ά. προϊόν) , νέα ελληνικά(αμπούλα=μικρή φιάλη).
  • Ελιξίριο: αρχαία ελληνικά (ξηρίον= ξηραντική σκόνη για την επούλωση τραυματισμών), αραβικά (al iksir= φιλοσοφική λίθος, λίθος με τον οποίο οι αλχημιστές στον Μεσαίωνα πίστευαν ότι θα μπορούσαν να μετατρέψουν κάθε μέταλλο σε χρυσό), γαλλικά (elixir= ίδια σημασία με τα αραβικά), νέα ελληνικά( μια κατηγορία φαρμακευτικών ουσιών που περιέχουν βότανα, αιθέρια έλαια κλπ).
  • Κρετίνος: αρχαία ελληνικά (χρίω= αλείφω- χριστός) , λατινικά (christianus= χριστιανός), γαλλικά (cretin= νοητικά καθυστερημένα άτομα που ζούσαν στις Άλπεις και τα οποία, ως χριστιανοί, είχαν δικαίωμα να τους μεταχειρίζονται με ανθρωπιά και αξιοπρέπεια), σύγχρονη γαλλική ( =με τη σημασία της νοητικής υστέρησης), ιταλικά (cretino= με τη σημασία νοητικής υστέρησης), νέα ελληνικά (κρετίνος= νοητική και σωματική υστέρηση, ακραία ανοησία και βλακεία).
  • Μπουντρούμι: (ιππόδρομος= ειδικά διαμορφωμένος για ιπποδρομίες και αρματοδρομίες χώρος, στα υπόγεια του οποίου κατά τους ελληνιστικούς και μεσαιωνικούς χρόνους ήταν κλεισμένα άγρια θηρία), τούρκικα (bodrum= υπόγειο, δεσμωτήριο, κελί φυλακής), νέα ελληνικά (μπουντρούμι= υπόγειο, δεσμωτήριο, κελί φυλακής).
  • Τούμπα: αρχαία ελληνικά (τύμβος= τόπος στον οποίο έθαβαν το σώμα νεκρού και ο λόφος που σχηματιζόταν από τη συσσώρευση χωμάτων πάνω του), υστερολατινική (tumba=γήλοφος, μικρό ύψωμα, τάφος), νέα ελληνικά (τούμπα= κυβίστηση, κατρακύλισμα, πνευστό μουσικό όργανο).
  • Αντσούγια ή αντζούγια: (αφύη= ήταν την ελληνιστική εποχή η σαρδέλα ή άλλο είδος μικρού ψαριού), λαϊκά λατινικά(apiuva), ιταλικά(acciuga), νέα ελληνικά (αντζούγια= ψάρι γαύρος που διατηρείται σε άλμη)
  • Ζαμπόν: αρχαία ελληνικά (καμπή), λατινικά (gamba ή camba), γαλλικά (jamba, jambe= πόδι αλόγου, κνήμη), νέα ελληνικά (ζαμπόν= αλλαντικό).
  • Λαζάνια: αρχαία ελληνικά (λασάνα= τρίποδο στήριγμα όπου τοποθετούνταν η χύτρα), λατινικά (lasanum=μαγειρικό σκεύος, lasania: τηγάνι), ιταλικά( lasagna), νέα ελληνικά (λαζάνια= ζυμαρικό σε σχήμα μακρόστενης λωρίδας).
  • Όζον: αρχαία ελληνικά (όζον-όζω= βρωμάω, αναδίδω άσχημη μυρωδιά), γερμανικά (ozon=αέριο που αποτελεί αλλοτροπική μορφή του οξυγόνου), νέα ελληνικά (όζον= ίδια σημασία με τα γερμανικά)
  • Τσάρτερ: αρχαία ελληνικά (χάρτης= φύλλο χαρτιού κατασκευασμένο από χωριστά στρώματα παπύρου), λατινικά (chartula,charta= φύλλο παπύρου), γαλλικά (chartre= ίδια σημασία), αγγλικά (charter= επίσημο έγγραφο, νομική σύμβαση, συμβόλαιο, γραπτό μισθωτήριο), νέα ελληνικά(τσάρτερ= αναφέρεται σε μισθωμένο αεροπλάνο).
  • Γάμπα: αρχαία ελληνικά (καμπή, κάμπτω= λυγίζω),  λατινικά (camba ή gamba= συνδέεται με την καμπή, από το λυγίζω), ιταλικά (gamba= μηρός ανθρώπου | τμήμα της κάλτσας και του παντελονιού στο ύψος της κνήμη), νέα ελληνικά (γάμπα= μηρός ανθρώπου).
  • Καναπές: αρχαία ελληνικά (κωνώπιον= κουνούπι, υποκοριστικό του κώνωψ, κλίνη με κουνουπιέρα), λατινικά (conopeum= κλίνη με κουνουπιέρα), γαλλικά (canapé= κάθισμα για δύο ή περισσότερα άτομα) νέα ελληνικά( καναπές= κάθισμα για δύο ή περισσότερα άτομα).
  • Μακαρόνι: αρχαία ελληνικά (μακαρία = θηλυκό του επιθέτου μακάριος, καλότυχος, ευτυχής. Στα μεσαιωνικά ελληνικά ήταν είδος φαγητού), ιταλικά (macaroni= είδος ζυμαρικού).
  • Παντόφλα: μεσαιωνικά ελληνικά (παντόφελλον= όλο από φελλό), ιταλικά (pantofola=τύπος υποδήματος), νέα ελληνικά (παντόφλα= τύπος υποδήματος).
  • Τσάτρα πάτρα: μεσαιωνικά ελληνικά (σάταλα πάταλα = τραυλά και ασαφή λόγια), νέα ελληνικά (τσάτρα πάτρα = έτσι κι έτσι, κουτσά στραβά).
  • Γκάζι: αρχαία ελληνικά (χάος= η πρώτη του κόσμου κατάστασις), λατινικά (chaos= συγκεχυμένη μάζα απ’ όπου δημιουργήθηκε το σύμπαν), Van Helmond- gaz, νέα ελληνικά (γκάζι = φωταέριο).
  • Κανελόνι: αρχαία ελληνικά
  • Μπουάτ: αρχαία ελληνικά (πυξίς= κουτί), λαϊκή λατινική (buxida= κουτί), κλασική λατινική (pyxis= κουτί), γαλλικά (boite=κουτί), νέα ελληνικά (μπουάτ = ένα είδος νυχτερινού μαγαζιού).
  • Πέναλτι: αρχαία ελληνικά (ποινή), λατινικά (poena= ποινή), αγγλικά (penalty = τιμωρία, ποινή), νέα ελληνικά (πέναλτι = παράβαση ενός παίκτη στην αντίπαλη περιοχή).
  • Φουντούκι: αρχαία ελληνικά (ποντικόν = καρύδι από τον Πόντο), τούρκικα (findik = φουντούκι), νέα ελληνικά (φουντούκι= είδος ξηρού καρπού).

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΦΡΑΣΕΙΣ;

  • Οψόμεθα εις Φιλίππους: θα λογαριαστούμε στους Φιλίππους, θα λογαριαστούμε ξανά (απειλητική φράση)
  • Γαία πυρί μειχθήτω: χώμα και φωτιά ας αναμειχθούν, αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων μας
  • Ώδινεν όρος και έτεκε μυν: κοιλοπονούσε βουνό και γέννησε ποντίκι, χρησιμοποιείται για κάποιον που φαίνεται ή κάνει μεγάλη προσπάθεια με μικρό αποτέλεσμα.
  • Υπερέβη τα εσκαμμένα: ξεπέρασε τα όρια
  • Δρυός πεσούσης πας ανής ξυλεύεται: όταν πέσει η βελανιδιά όλοι μαζεύουν ξύλα, όταν κάποιος χάνει τη δύναμη του οι άλλοι προσπαθούν να ωφεληθούν
  •  Εξ απλών ονύχων: από πολύ μικρή ηλικία
  • Εξ όνυχος του λέοντα: από το νύχι και μόνο (συμπεραίνουμε) ότι είναι λιοντάρι, από ένα χαρακτηριστικό μπορούμε να σχηματίσουμε γνώμη
  • Προφάσεις εν αμαρτίαις: όταν κάποιος προσπαθεί να δικαιολογήσει το ατόπημα του
  • Λυδία λίθος: πέτρα από την Λυδία, τρόπος δοκιμασίας ελέγχου
  • Περί όνου σκιάς: ως απόδειξη επιπολαιότητας και ανοησίας
  • Επί ξηρού ακμής: στην κόψη του ξυραφιού,  για κάποιον που βρίσκεται σε μια δύσκολη κατάσταση 

ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΑ

1)

Οριζόντια:

2.  το προικισμένο, αυτό που πρέπει να ανταμειφθεί –βλ. ποίημα του Ελύτη «…εστί» : άξιον

3.ιδανικό, τέλειο –βλ. βιβλίο του Όσκαρ Ουάιλντ «Η βεντάλια της Λαίδης Γούεντερμουρ, Ένας… σύζυγος»: ιδεώδης

4. αυτό που αρμόζει, που πρέπει –βλ. βιβλίο της Ασημακίδου Ευθαλίας « … η ου, Εν Μέτραις»: δέον

5. γνωρίζω καλά –βλ. Ομήρου Ιλιάδα «πολλά δ… έργα» : επίσταμαι

7. αρέσκομαι, συμπαθώ, ενδιαφέρομαι βαθιά –βλ. βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου « Η… άργησε μια μέρα» : αγάπη

Κάθετα:

1. Το σύνολο, το κάθε τι –βλ. «…μέτρο άριστον» : παν

5. αδέσμευτο, επιτρεπτό, διαθέσιμο, ανύπαντρο –βλ. ποίημα Διονύσιου Σολωμού «… πολιορκημένοι»: ελεύθερον

6. όσιο, σχετικό με το θεό, αξιοσέβαστο –βλ. ποίημα  του Ανδρέα Κάλβου «Εις… Λόχον» : ιερόν

7. αξιοθαύμαστος –βλ. Ξενοφώντα Ελληνικά «εκείνο δε κρίνω του ανδρός…» ; αγαστός

8. αυτό που φανερώνει, δηλώνει μορφή –βλ. παραδοσιακό τραγούδι «Η πόλις εάλω», «…ο θεός,..η γη,..τα επουράνια» : σημαίνον

ΕΡΑΜΕΘΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

2)

Οριζόντια:

  1. Κινητικό νόημα (με το κεφάλι, με μορφασμό) : νεύμα
  2. Άγαλμα/ ειδώλιο της Αθηνάς : παλλάδιον
  3. Αυτός που έχει καλή ελπίδα για κάτι : εύελπις
  4. Ξεχωρίζω, διακρίνομαι, είμαι ανόμοιος : διαφέρω
  5. Καρφί: ήλος

Κάθετα:

  • Υποχρέωση να πραγματοποιήσουμε κάτι στον επαγγελματικό/πολιτικό/κοινωνικό/ηθικό/νομικό/ποινικό τομέα : ευθύνη
  • Αυτός που καταστρέφει τα πάντα: πανώλης
  • Κηλίδα, σημάδι, ντροπή, θέση αποκλεισμού, ιδεολογική τοποθέτηση : στίγμα
  • Περιπλανώμενος μυθολογικός ήρωας κατά τον Θουκυδίδη, κάτοικος της αρχαίας Θεσσαλικής Φθίας, αργότερα πιο γενική χρήση του ονόματος : Έλλην
  •  Στην ίδια ευθεία με τη θαλάσσια επιφάνεια : ίσαλος

ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ